Η καλλιτεχνική παραγωγή της Πάρου κατά την αρχαιότητα αντιπροσωπεύεται από κομψοτεχνήματα της αγγειογραφίας και της πλαστικής. Η εξαιρετική ποιότητα και η μοναδική διαφάνεια του παριανού μαρμάρου, έδωσαν την ώθηση για την ανάπτυξη μιας πρωτοπόρας σχολής γλυπτικής ήδη από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια. Ο παριανός λυχνίτης ήταν περιζήτητος για την κατασκευή γλυπτών και ναών στα μεγάλα ιερά της Δήλου, των Δελφών, της Ολυμπίας, στην Ακρόπολη των Αθηνών και έγινε το θείο δώρο στα χέρια των πρωτοπόρων παριανών γλυπτών για τη δημιουργία απαράμιλλων έργων. Η δραστηριότητα των εργαστηρίων του νησιού γνώρισε μεγάλη ακμή τον 6ο και 5ο αι.π.Χ. Γνωστοί γλύπτες από την Πάρο ήταν ο Αριστίων, ο Θρασυμήδης, ο Πλάτθις, ο Κλένης, ο μαθητής του Φειδία Αγοράκριτος, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει και τους ζωγράφους Αρκεσίλα και Νικάνορα.
Η συστηματική λατόμευση του πεντελικού μαρμάρου στην Αττική και ο οικονομικός μαρασμός των πόλεων της Ιωνίας, με τις οποίες η Πάρος είχε στενή σχέση, είχαν ως συνέπεια τη σταδιακή ύφεση της δραστηριότητας των παριανών εργαστηρίων μετά τα μέσα του 5ου αι.π.Χ. Τον 4ο αι. π.Χ. ξακουστός γίνεται για τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του ο παριανός γλύπτης Σκόπας που εργάστηκε στο ναό της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα της Πελοποννήσου και στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού.
Η καλλιτεχνική παραγωγή συνεχίζεται αμείωτα στην Πάρο μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο, όπως μαρτυρούν τα μαρμάρινα ταφικά μνημεία και οι μαρμάρινες προτομές. Σήμερα, εκτός από το αρχαιολογικό μουσείο του νησιού, τα έργα των παριανών εργαστηρίων κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου και είναι οι κοινωνοί ενός σπουδαίου πολιτισμού.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάρου κτίστηκε τη δεκαετία του 1950 μετά από ενέργειες του Εφόρου Αρχαιοτήτων Ν. Ζαφειρόπουλου. Έχει τρεις αίθουσες, μία μεγάλη αυλή και μία στεγασμένη στοά. Τα εκθέματα του μουσείου αντιπροσωπεύουν όλες τις περιόδους της ιστορίας της αρχαίας Πάρου και η περιήγηση σε αυτά αποτελεί ένα έντονα βιωματικό ταξίδι στο παρελθόν. Ο επισκέπτης καλείται να ξεκινήσει το ταξίδι του από την Αίθουσα 1, στα δεξιά της αυλής, να συνεχίσει στη μικρή Αίθουσα 2, στη σκεπαστή στοά, στην Αίθουσα 3 και να ολοκληρώσει την επίσκεψή του περιδιαβαίνοντας την αυλή.
Αίθουσα 1 (Παριανή πλαστική) Το σημαντικότερο έκθεμα της αίθουσας είναι το άγαλμα της Γοργούς (Α 1585) που υποδέχεται τον επισκέπτη στην είσοδο.
Το μοναδικής τέχνης γλυπτό σώζεται σχεδόν ολόκληρο και πιθανότατα ήταν κεντρικό ακρωτήριο ναού των αρχαϊκών χρόνων (μέσα 6ου αι. π.Χ.). Η φτερωτή θεότητα αναπαρίσταται σε κίνηση με τα φτερά της μαζεμένα προς τα πίσω.
Εντυπωσιάζουν οι λεπτομέρειες του προσώπου και του ενδύματος της. Γύρω από την Γοργώ εκτίθενται επιτύμβιες στήλες του 6ου και 5ου αι.π.Χ., αρχαϊκές επιγραφές και τμήματα αρχαϊκών κορών και κούρων.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στην αίθουσα συναντάμε τις δύο ανάγλυφες πλάκες (Α 785, Α 759) από τη ζωφόρο του μνημείου του λυρικού ποιητή Αρχίλοχου. Χρονολογούνται γύρω στο 500 π.Χ. Αριστούργημα της παριανής γλυπτικής αποτελεί το άγαλμα καθιστής θεάς (Α 162), ίσως της Άρτεμης, του 490-480 π.Χ. Ξεχωρίζουν οι κορμοί των αρχαϊκών κούρων, ιδιαίτερα ο ημίεργος και ο κούρος με την ενεπίγραφη βάση του Κορμός μαρμάρινης σφίγγας (Α 194) και τμήματα από το μεγάλου ανθεμίου (Α 1356) ήταν τα ακρωτήρια του ναού του ιερού του Απόλλωνα Δηλίου
Εκτός από τα γλυπτά στην ίδια αίθουσα εκτίθενται δύο μεγάλοι πήλινοι αμφορείς παριανού εργαστηρίου του 7ου π.Χ. αιώνα, ενώ μοναδικό εύρημα αποτελεί ο μαρμάρινος δίσκος (Α 1188) με ζωγραφική απεικόνιση δισκοβόλου του 5ου αι. π.Χ.
Στο βάθος της αίθουσας δεσπόζει το αριστουργηματικό άγαλμα τη Νίκης του 480/470 π.Χ. (Α 245). Το έργο ταυτίζεται με τρόπαιο που στήθηκε σε ανάμνηση της νίκης των Παριανών κατά των Αθηναίων. Γύρω από τη Νίκη βρίσκονται διάφορα ανάγλυφα και στήλες από το αρχαίο νεκροταφείο, ελληνιστικό άγαλμα θεότητας, καθώς και το εξαιρετικό μαρμάρινο ανάγλυφο γυναικείας μορφής (Α 1290) που αποδίδεται στον παριανό γλύπτη Αγοράκριτο και προέρχεται από το Θεσμοφόρειο.
Αίθουσα 2 (Δεσποτικό) Στη μικρή αυτή αίθουσα εκτίθενται τα πολυάριθμα ευρήματα από το αρχαϊκό ιερό του Απόλλωνα στο ακατοίκητο νησί Δεσποτικό δυτικά της Αντιπάρου. Οι προθήκες είναι δωρεά του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κεφαλές των μαρμάρινων κούρων και το πήλινο αγαλμάτιο που ταυτίζεται με το πρωιμότερο λατρευτικό είδωλο του ιερού.
Αίθουσα 3 Στη αίθουσα αυτή εκτίθενται αντικείμενα σε προθήκες ή ελεύθερα στο χώρο. Εκτίθενται τα ευρήματα από το νεολιθικό οικισμό στο νησάκι Σάλιαγκος, ανάμεσα στην Πάρο και την Αντίπαρο τού τέλους της 5ης χιλιετίας ευ- ρήματα από τον προϊστορικό οικισμό που αναπτύχθηκε στο Κάστρο της Παροικιάς του δεύτερου μισού της 3ης π.Χ. χιλιετίας έως το τέλος της 2ης π.Χ. χιλιετίας. αντικείμενα της 3ης π.Χ. χιλιετίας που προέρχονται από νεκροταφεία και οικισμούς της Πάρου μαρμάρινα σκεύη, όπως φιάλες, αγγεία, κρατηρίσκοι.
Ευρήματα από τη μυκηναϊκή ακρόπολη των Κουκουναριών που χρονολογούνται στο 12 αιώνα π.χ. από τις ανασκαφές στο Δήλιον, το ιερό του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος όπως ειδώλια ζώων, πήλινα ανάγλυφα, κεφάλια ειδωλίων ανθρώπινων μορφών, σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα χάλκινα και ελεφαντοστέινα, αντικείμενα από φαγεντιανή και χαλκό προερχόμενα από την Αίγυπτο και την Φοινίκη. Εκτίθενται πήλινα αγγεία των κλασικών χρόνων εισηγμένα από την Αττική που βρέθηκαν στο νεκροταφείο της αρχαίας Πάρου στη θέση «Βίτζι» καθώς και χάλκινα κάτοπτρα, χρυσά κοσμήματα, του 5ου- 4ου αι. π.Χ. και γυάλινα σκεύη του 1ου αιώνα μ.Χ. Eπιτύμβιες στήλες που χρονολογούνται από τον 5ο αι. π.Χ. έως και τον 3ο αι.π.Χ.
ΠΑΡΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ μια σημαντική επιγραφή (Α 26) που περιλαμβάνει χρονολογικό πίνακα σπουδαίων γεγονότων από την εποχή του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Κέκροπα (το 1582 π.Χ.) έως και το 264/3 π.Χ., όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Διόγνητος. Xρονολογείται στα μέσα του 3ου αι. π.X. Στην επιγραφή αναφέρονται όχι μόνο ιστορικά γεγονότα αλλά και οι σημαντικοί έλληνες συγγραφείς. Το Πάριον Χρονικόν σώζεται σε τρεις πλάκες. Oι άλλες δύο βρίσκονται στο Mουσείο Ashmolean Museum του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Στο κέντρο της αίθουσας δεσπόζουν δύο αγάλμα- τα Κορών, επιβλητικά έργα της αρχαϊκής εποχής με επιδράσεις απο την Ιωνία καθώς και άλλα μικρά γλυπτά κεφαλές κούρων και κορών.
Σκεπαστή στοά Εκτίθενται αρχιτεκτονικά μέλη από ναούς, επιγραφές και γλυπτά από ιερά και δημόσια οικοδομήματα της αρχαίας Πάρου. Στο κέντρο του χώρου δεσπόζει το κολοσικό λατρευτικό άγαλμα της Δηλίας Aρτέμιδος ύψους με την βάση του 350μ. Δύο κορμοί αλόγων Α 778 κ Α 1185 της αρχαϊκής εποχής προέρχονται από την διακόσμηση αετώματος ναού. Στo αίθριο δεσπόζει το ιωνικό κιονόκρανο A 733, του 6ου αι. π.X., το οποίο προέρχεται από το ταφικό μνημείο προς τιμή του Aρχίλοχου που φέρει νεώτερη επιγραφή του 4 ου αιώνα π.Χ. Στους τοίχους γύρω από το κιονόκρανο εκτίθενται οκτώ επιγραφές, οι οποίες αναφέρονται στη ζωή και το έργο του Aρχίλοχου.
Αυλή Στο αίθριο, την ανοιχτή αυλή του Μουσείου, εκτίθενται επιτύμβιες στήλες διαφόρων εποχών, μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, σαρκοφάγοι, μαρμάρινα τεφροδόχα αγγεία και αγάλματα. Χαρακτηριστικές είναι οι ανθρωπόμορφες σαρκοφάγοι του τέλους της αρχαϊκής εποχής. Ανήκουν στον λεγόμενο φοινικικό τύπο και είναι μοναδικές στον ελληνικό χώρο. Το ψηφιδωτό δάπεδο με παράσταση των άθλων του Ηρακλή προέρχεται από το Γυμνάσιο της αρχαίας Πάρου που βρισκόταν στη θέση όπου ανοικοδομήθηκε η εκκλησία της Καταπολιανής και χρονολογείται περίπου στο 300 μ.Χ..
Ενας μουσικός από την αρχαία Πάρο. Επιτυμβια στηλη

Κάθε 21 Ιουνίου είναι η Παγκόσμια ημέρα της Μουσικής. Με αφορμή αυτή τη μέρα αξίζει της προσοχής των επισκεπτών του Μουσείου και τον κατοίκων της Πάρου ένα σπουδαίο έκθεμα το οποίο μας παραδίδει πολλές και ξεχωριστές πληροφορίες καθημερινότητας στους αρχαίους χρόνους .
Πρόκειται για μια σπουδαία επιτύμβια στήλη που χρονολογείται το 2ο αι. π.Χ. Στη στήλη αναπαριστώνται δύο μορφές. Μια ιστάμενη (όρθια) γυναικεία μορφή που φορά χιτώνα και ιμάτιο. Το ιμάτιο καλύπτει και τη κεφαλή της. Τα δεξί της χέρι το φέρει προς το πρόσωπο ως κίνηση θλίψης και το αριστερό της βραχίονα τον ακουμπά στην κοιλιακή της χώρα. Το πρόσωπο της γυναικείας μορφής δε σώζεται.
Απέναντι της αναπαριστάται μια καθιστή ανδρική μορφή σε πολυτελές οικιακό κάθισμα το επονομαζόμενο κλισμό. Ο άνδρας οποίος είναι ο νεκρός για τον οποίο έχει προς τιμήν του κατασκευαστεί η επιτύμβια στήλη, είναι μουσικός και αποδίδεται γενειοφόρος, χωρίς τις λεπτομέρειες του προσώπου του οποίες έχουν φθαρεί, φορά χοντρό ιμάτιο, και στα χέρια του κρατά ένα μουσικό όργανο την πανδούρα. Η πανδούρα ήταν τρίχορδο μουσικό όργανο με μικρό ηχείο και μεγάλο βραχίονα και διαδόθηκε ευρέως την Ελληνιστική περίοδο. Θεωρείται πρόγονος του λαούτου.
Επομένως η στήλη μας διηγείται ότι ένας ώριμος στην ηλικία άνδρας οποίος είναι μουσικός από την Πάρο έχει πεθάνει και η γυναίκα του τον αποχεραιτά με θλίψη.
Ο καλλιτέχνης της επιτύμβιας στήλης με δεξιοτεχνία σμιλεύει τις δύο μορφές σε παριανό μάρμαρο και με συμμετρία τις τοποθετεί μέσα σε πλαίσιο του οποίου στο κάτω μέρος έχει αφεθεί χώρος για να αναγραφεί πιθανώς το όνομα του νεκρού, επιγραφή η οποία δυστυχώς δε σώζεται. Το πάνω μέρος της στήλης επίσης δε σώζεται και πιθανώς να έφερε αέτωμα , όπως πολλές όμοιες στήλες.
Μια πρώιμη απεικόνιση πανδούρας απαντάται τον 4ο αι. π.Χ σε ανάγλυφη πλάκα από τη «Βάση της Μαντινείας» την οποία η Ridgway αποδίδει στη σχολή Πραξιτέλους.
Απεικονίσεις πανδούρας σύγχρονες με αυτή της στήλης της Πάρου, βρίσκουμε στο γυναικείο ειδώλιο από την Κύπρο, που αναπαρίσταται γυναίκα μουσικός με πανδούρα (Βρετανικό Μουσείο), 300 π.Χ και σε ειδώλιο μορφής που κρατά λαουτοειδές όργανο (Μουσείο Μπιρμπιχαμ) του 2ου αι. π. Χ.
Ας αναζητήσουν οι επισκέπτες του Μουσείου Πάρου την επιτύμβια στήλη κι ας της δώσουν ξεχωριστή σημασία.
Απόστολος Σπ. Παπαδημητρίου, Αρχαιολόγος