Το Κάστρο του Αγ. Νικολάου, ένα από τα πέντε οχυρά καστέλια που προστάτευαν το νησί ήδη από την πρώτη περίοδο της Φραγκοκρατίας (13ος/14ος αιώνας), οικοδομήθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού που ονομαζόταν Επάνω Μεριά ή Επανωμερέα και πήρε το όνομά του από ομώνυμο ημιυπόσκαφο ναό στην περιοχή αυτή. Μαρτυρείται από το 1480 –ένας αρχικός πυρήνας του- καθώς αναφέρεται ότι στην τελετή παράδοσης του νησιού από το Δούκα του Αιγαίου, Ιάκωβο ΙΙΙ Κρίσπο στο γαμπρό του Δομίνικο Πιζάνη, παραβρέθηκαν και δήλωσαν την υποτέλειά τους και “οι Ντ’ Αρζέντα, του κάστρου του Αγ. Νικολάου”. Οι Ντ’ Αρζέντα ήταν εκλατινισμένοι Έλληνες, κλάδος της οικογένειας Αργυρού, που καταγόταν από τον αυτοκράτορα Ρωμανό τον Αργυρό. Ήταν εγκατεστημένοι στο νησί από τον 14ο αιώνα τουλάχιστον, και το 1372 πήραν ως τιμάριο την περιοχή του Αγ. Νικολάου από το Δούκα του αρχιπελάγους Νικόλαο ΙΙΙ Ντελακαρσέρι. Ήταν κύριοι του Κάστρου έως το 1577 όταν αιχμαλωτίστηκαν από Τούρκους πειρατές μαζί με τους κατοίκους του Καστελιού. Το Κάστρο του Αγ. Νικολάου ήταν ένα από τα καλύτερα οχυρωμένα κάστρα του νησιού διότι προστάτευε τρία υπήνεμα λιμάνια, που χρησιμοποιούνταν ως εμπορικοί σταθμοί. Στους περιηγητικούς χάρτες εμφανίζεται ήδη από το 15ο αι. (ξυλογραφία Bartolomeo dalli Sonetti-Isolario Βενετία 1485), με την ονομασία Αγ. Νικόλαος ή Αγ. Σώζων, λόγω του ομώνυμου ναού που βρισκόταν στην περιοχή.
Στο λεύκωμα του Choisel–Gouffier του 1782 διακρίνεται ο αρχικός οχυρωματικός πυρήνας του οικισμού, αποτελούμενος από ψηλά τριώροφα και τετραώροφα κτήρια, με λίγα ανοίγματα στα ψηλότερα μέρη τους. Στην είσοδο του Καστελιού υπήρχε ο σημερινός ερειπωμένος Γουλάς. Ο Γουλάς, αμυντικός πύργος εντός του Καστελιού, ήταν ορθογωνικής κάτοψης πολυόρωφος πύργος που σύμφωνα με την τυπολογία παρόμοιων οχυρωματικών κατασκευών πρέπει να διέθετε σιδερένια θύρα, επάλξεις, πολεμίστρες και καταχύστρα και αποτελούσε το ύστατο καταφύγιο των αρχόντων του αλλά και κατοίκων του Κάστρου σε περίπτωση πολιορκίας. Ο οικισμός του Αγ. Νικόλαου ο οποίος επεκτάθηκε στη συνέχεια στους βασικούς δρόμους που τον συνέδεαν με τους μύλους, ήταν έδρα ορθόδοξου Έλληνα επισκόπου με ποίμνιο περί τις 500 ψυχές, όπως αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής Thevenot (1655) και ήταν ο πολυπληθέστερος οικισμός του νησιού σε σχέση με το Καστέλι του Πύργου που είχε 200 κατοίκους, του Εμπορείου λιγότερους από 200, του Ακρωτηρίου 150 και τέλος του Σκάρου που δεν ξεπερνούσε τα 150 σπίτια.
Ο Ρώσσος μοναχός Βασίλειος Barkij που επισκέπτεται το νησί το 1745 απεικονίζει τον Αγ. Νικόλαο ως ένα εκτεταμένο και πυκνοδομημένο οικισμό, τον πολυπληθέστερο στο νησί, με οχυρό στο ΒΔ άκρο του, όπου δεσπόζει ο Γουλάς. Από τους συνεχείς σεισμούς που έπλητταν την περιοχή ανά τους αιώνες, αλλά και τις αλλαγές στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, που αποτυπώνονται στις οικίες του Κάστρου, η εικόνα άλλαξε και στη θέση των οχυρών κατασκευών που βλέπουμε στα σχέδια και τους χάρτες των περιηγητών, στο Καστέλλι του Αγ. Νικολάου δέσποζε μέχρι το 1956 ο Γουλάς και ο ναός της Παναγίας Πλατσανής. Ο καταστρεπτικός σεισμός του 1956 μετέτρεψε το άλλοτε ισχυρό Κάστρο σε ερειπιώνα, που είναι κηρυγμένος ως ιστορικός τόπος (ΦΕΚ 1456/τ.Β’/13-12-73). Από το αρχικό Κάστρο του Αγ. Νικολάου δε σώζεται παρά μόνο η βάση του Γουλά.