Η Άνδρος είναι το βορειότερο από τα νησιά των Κυκλάδων και το δεύτερο σε έκταση, μετά τη Νάξο. Η θέση του είναι σημαντική για τη ναυσιπλοΐα καθώς παρεμβάλλεται μεταξύ Ευβοίας και υπόλοιπων Κυκλάδων και μεταξύ Αττικής και νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Η φυσιογνωμία του νησιού καθορίζεται από τέσσερεις οροσειρές σχεδόν παράλληλες μεταξύ τους με κατεύθυνση ΒΑ – ΝΔ. Ανάμεσά τους κυλούν άφθονα νερά και σχηματίζονται εύφορες κοιλάδες που καλλιεργούνται σε πεζούλες, τις αιμασιές. Η ύπαιθρος κατακερματίζεται από ένα σύστημα λιθόκτιστων οδών, τις στενές, που ορίζονται από ξερολιθιές με τις χαρακτηριστικές σχιστόπλακες στημένες κατακόρυφα, τα στήματα. Λιθόστρωτα ή μη, τα μονοπάτια συνδέουν τα γραφικά χωριά και μαζί με τις ξερολιθιές που ορίζουν τις ιδιοκτησίες διαμορφώνουν το χαρακτηριστικό τοπίο του νησιού. Αμέτρητα εκκλησάκια, κελιά, κονάκια, αλώνια, πατητήρια, αλλού ασπρισμένα και αλλού στο χρώμα της πέτρας προβάλλουν ή χάνονται στο τοπίο και αγναντεύουν στο απέραντο γαλάζιο τα κοντινά Κυκλαδονήσια.
Η Άνδρος κατοικήθηκε, με βάση τα έως τώρα αρχαιολογικά δεδομένα, από την νεολιθική εποχή. Ο οικισμός του Στρόφιλα, μεγάλης έκτασης, με οχύρωση, ιερό και μεγάλα αψιδωτά κτήρια είναι γνωστός κυρίως για τις πολυπληθείς βραχογραφίες και χρονολογείται από την Τελική Νεολιθική περίοδο (4500-3200 π.Χ.). Άλλες θέσεις των προϊστορικών χρόνων είναι η Πλάκα, το Βρυόκαστρο και το Μικρογιάλι. Για την Άνδρο μαρτυρούνται από τους ιστορικούς χρόνους τα ονόματα Λασία, Υδρούσα, Επαγρίς και Νωναγρία. Στους ιστορικούς χρόνους αναπτύχθηκαν σημαντικοί οικισμοί, στη Ζαγορά, στην Υψηλή και στην Παλαιόπολη, η οποία και αποτέλεσε την πόλη του νησιού από τα κλασικά έως και τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια και έχει αποδώσει πλήθος κτηρίων και ευρημάτων. Η Άνδρος, με Ίωνες κατοίκους, έλαβε μέρος στον αποικισμό, ιδρύοντας τις αποικίες της Ακάνθου, της Σάνης, των Σταγείρων και της Αργίλου στη Χαλκιδική. Στους Περσικούς πολέμους συντάχθηκε με τους Πέρσες, όπως και πολλά ακόμα νησιά των Κυκλάδων. Από το 478 π.Χ. ήταν μέλος της Δηλιακής Συμμαχίας, κατόπιν πέρασε στη σφαίρα επιρροής των Σπαρτιατών, έπειτα συμμετείχε στη Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία, για να ακολουθήσει στα ελληνιστικά χρόνια τη μοίρα των περισσότερων νησιών των Κυκλάδων, περνώντας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στον έλεγχο των Μακεδόνων, του Κοινού των Νησιωτών, των Πτολεμαίων και των Ατταλιδών. Το 199 π.Χ. κυριαρχούν στο νησί οι Ρωμαίοι που σταδιακά ρυθμίζουν τα πράγματα στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Η Άνδρος αποτέλεσε τόπο εξορίας στα αυτοκρατορικά χρόνια όπως και πολλά ακόμα νησιά. Από τα χρόνια του Διοκλητιανού ανήκει στην «επαρχία των νήσων» και ακολουθεί η πορεία του νησιού στα Βυζαντινή και τη Νεότερη εποχή.
Βυζαντινή Άνδρος
Ελάχιστα είναι τα ιστορικά στοιχεία για την Άνδρο των βυζαντινών χρόνων. Από τα τέλη του 4ου αιώνα η Άνδρος υπήρξε επισκοπή και υπαγόταν στη Μητρόπολη της Ρόδου, ενώ από τον 10ο αιώνα στη Μητρόπολη των Αθηνών. Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (294 π.Χ.) υπαγόταν στην Επαρχία των Νήσων, η οποία ανήκε στη Διοίκηση της Ασίας. Επίσης, στις αρχές του 6ου αιώνα, κατά τον Συνέκδημο του Ιεροκλέους, ανήκε στην Επαρχία των Νήσων με έδρα τη Ρόδο.
Η ακμή της Άνδρου κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο μαρτυρείται από τις τέσσερις βασιλικές στην Παλαιόπολη, το ναό του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στο Κόρθι, το ναό των Αγίων Σαράντα στο όρος Κουβάρα και το τετραπύργιο οχυρό στο Γαύριο.
Ιδιαίτερη ακμή γνωρίζει το νησί κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, γεγονός που οφείλεται στην παραγωγή των περίφημων μεταξωτών υφασμάτων, τα οποία εξάγονταν σε χώρες της Δϋσης. Η ακμή αυτή αντανακλάται και στους ναούς που κτίσθηκαν την περίοδο αυτή, αλλά και στον γλυπτικό διάκοσμό που διαθέτουν. Πρόκειται για τον Ταξιάρχη Μεσαριάς, τον Ταξιάρχη Μελίδας, τον Ταξιάρχη Υψηλού, την Παναγία Μεσαθουρίου και τον Άγιο Νικόλαο στο Κόρθι. Οι ναοί αυτοί με την ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή και την υψηλή ποιότητα του ζωγραφικού και γλυπτού διακόσμου της αντιπροσωπεύουν τη λεγόμενη ελλαδική σχολή της μεσοβυζαντινής ναοδομίας.
Στην Άνδρο σώζονται και τρία σημαντικά δείγματα αμυντικής αρχιτεκτονικής της φραγκικής περιόδου, κτισμένα σε επίκαιρα σημεία του νησιού: το Κάτω Κάστρο στο βραχονήσι της Χώρας, το Κάστρο του Μακροτάνταλου, μεμονωμένο οχυρό βόρεια του Γαυρίου απέναντι από την Εύβοια -και τα δύο κάστρα είναι παράλια από τα πρώιμα χρόνια της Ενετοκρατίας (13ος αι.)-, και το ορεινό Επάνω Κάστρο σε ένα μεγάλο ύψωμα πάνω από το ορεινό χωριό Κοχύλου, προς το νοτιοανατολικό άκρο της Άνδρου και πάνω από τον όρμο Κορθίου, στην ευρύτερη περιφέρεια του (Επάνω) Κορθίου.
Η Άνδρος διαθέτει και αρκετά μοναστήρια, από τα οποία αξίζει να αναφερθούν η Μονή του Αγίου Νικολάου στα Σόρα, της Παναχράντου στο όρος Καταφύγι, της Αγίας ή Ζωοδόχου Πηγή στη θέση Καψοράχη και της Αγίας Μαρίνας στα Αποίκια.
Ενδεικτική βιβλιογραφία Ορλάνδος Α., (1955-1956), «Βυζαντινά Μνημεία της Άνδρου», Α.Β.Μ.Ε. 8, 1955-56, σ. 8-67. Παλαιοκρασσα-Κόπιτσα Λ. (επιστ. επιμ.), (2017), Παλαιόπολη Άνδρου. Τριάντα χρόνια ανασκαφικής έρευνας, Αθήνα. 2-49. Πασχάλης Δ., (1995), «Ιστορία της νήσου Άνδρου», Αθήνα. Πολέμης Δ. Ι., (1981), Ιστορία της Άνδρου (Πέταλον, παράρτ. 1), Άνδρος, 44-53.Tελεβάντου Χ. A. (1996), Άνδρος. Τα μνημεία και το Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.